Ήταν μια είδηση που με συγκλόνισε, όπως κάθε είδηση που αφορά τραγικό θάνατο αθώων ανθρώπων. Τότε ήμουν ήδη στις αρχές της μετανάστευσής μου στην Ολλανδία.Εκείνη τη μέρα διάβασα πολλά άρθρα, γνώμες και απόψεις από όλες τις πολιτικές μεριές. Σε όλους τους χώρους υπήρχαν προσγειωμένοι άνθρωποι οι οποίοι εξέφρασαν με τον δριμύτερο τόνο τη λύπη τους και την κατηγορηματική καταδίκη αυτού του γεγονότος. Μα δίπλα σε αυτούς υπήρχαν και αρκετοί άλλοι γεμάτοι με μίσος και χαιρεκακία. Κάποιοι κατηγόρησαν τους υπαλλήλους, ότι “καλά έπαθαν, αφού επέλεξαν να μην απεργήσουν”. Κάποιοι άλλοι έγραψαν ότι “οι υπάλληλοι ήταν μέρος του συστήματος και του καπιταλισμού”. Τα κυβερνητικά μέσα υποστήριξαν ότι “φταίνε οι αναρχικοί και οι αριστεροί”, τρίβοντας τα χέρια τους από ευχαρίστηση για αυτό το γεγονός. Τρόμαξα με αυτό το μίσος, αυτήν την παλιανθρωπιά, την τάση κάποιων ανθρώπων να εκμεταλλευτούν αυτό το γεγονός ιδιοτελώς για τα δικά τους συμφέροντα, δίχως να εστιάσουν αποκλειστικά στη φρικαλεότητα του.

Ευτυχώς, υπήρξαν πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν κοίταξαν τις ταμπέλες, αλλά το ίδιο το γεγονός. Τρεις άνθρωποι δολοφονήθηκαν άνανδρα από κάποιους ψυχοπαθείς δολοφόνους, οι οποίοι όπως πάντα είχαν μπει μέσα στην πορεία με μοναδικό τους σκοπό να τραυματίσουν και να δολοφονήσουν ανθρώπους. Δέκα χρόνια μετά, διατηρώ πάντα την ίδια άποψη για τέτοιους ανθρώπους. Δεν είναι αριστεροί, δεξιοί, αναρχικοί, πατριώτες, ήρωες ή οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα θέλουν να τους αποδίδουμε. Είναι δολοφόνοι και μόνο δολοφόνοι. Φονιάδες. Τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την πράξη τους. Έχουμε δημοκρατία, έστω και σακατεμένη, έστω και ανώριμη. Δεν νοείται το γεγονός κανείς να σκοτώνει ή να τραυματίζει για οποιονδήποτε ιδεολογικό, κοινωνικό, θρησκευτικό, εθνικό ή προσωπικό σκοπό.

Ο αείμνηστος πανεπιστημιακός μας δάσκαλος Νίκος Μάργαρης είχε δηλώσει το εξής παρακάτω για τη δολοφονία των τριών υπαλλήλων της Marfin μέσα από τη λίστα του electroauth. Διαβάζοντάς το σήμερα αντιλαμβάνομαι με λύπη πόσο πολύ μου νοσταλγώ αυτήν τη παιδεία και το ήθος στη ζωή μου.



Θυμάμαι, στην τότε συζήτηση στην λίστα είχα γράψει και εγώ το παρακάτω σχόλιο. 

Σωκράτης Π. Κουρτσίδης, 6 Μαΐου 2010 – 12:15 π.μ.
Προς: Electroauth
Παιδιά, οτιδήποτε και να πείτε αυτό που συνέβη στην τράπεζα ήταν στυγνή δολοφονία. Ακόμα και ένας ανόητος άνθρωπος γνωρίζει πολύ καλά πως όταν ανάψεις μια φωτιά σε ένα κτίριο που έχει μέσα ανθρώπους, έναν μόνο σκοπό έχεις: Να τους κάψεις ζωντανούς!
Δεν έχει κανένας μας δικαίωμα στο βωμό οποιασδήποτε “ιδεολογίας”, “πολιτικής στάσης” ή “πάλης” να καίει συνανθρώπους του. Αυτό είναι καθαρός φασισμός και δεν έχει να κάνει με “ένα καλύτερο αύριο ή μια πιο καλή κοινωνία”. Απλώς, κάποιοι άνθρωποι θέλουν να δολοφονήσουν και όλα τα άλλα είναι απλώς προσχήματα.
Για ποια δημοκρατία μιλάμε; Για ποιο κράτος δικαίου;
Αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι απέναντι στον εαυτό μας, τότε ας δούμε για τι ακριβώς αγωνιζόμαστε και με ποιον τρόπο συναγωνιζόμαστε. Όταν λέμε “κοινωνία” εννοούμε όλους τους ανθρώπους που απαρτίζουν το σύνολό της είτε αυτοί μας αρέσουν είτε όχι. Και όταν μιλάμε για “καλύτερες συνθήκες ζωής”, εννοείται πως αυτές θα είναι για όλην την κοινωνία. Άρα, όταν παλεύουμε για κάτι καλύτερο, παλεύουμε για όλους, ακόμα και για τον μπάτσο που θα μας κυνηγήσει με το γκλομπ. Μακροπρόθεσμα αυτό θα έχει αποτέλεσμα.
Δυστυχώς, όμως, αυτό που συνέβη σήμερα επιβεβαιώνει αυτό που φοβόμουν. Είμαστε ένα ξέφραγο αμπέλι, μια σκόρπια μάζα, ένας χυλός. Ο καθένας φοράει μια ταμπέλα ενός πολιτικού κόμματος ή παράταξης και θέλει μανιασμένα να δολοφονήσει τον απέναντί του ανεξαρτήτως της ταμπέλας που έχει εκείνος. Οι ταμπέλες είναι απλώς τα προσχήματα. Για αυτό και δεν υπάρχουν ενιαίοι αγώνες με διάρκεια, κοινή συναίνεση, συγκατάβαση και συναγωνιστικότητα.
Αν θέλουμε να αλλάξουμε τα πράγματα, καιρός είναι να πετάξουμε τις ταμπέλες και τα ψεύτικα πανό και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε συλλογικά, να νοιαζόμαστε για την ευημερία όλων μας και όχι μόνο του εαυτούλη μας.Οι πολιτικοί και τα κόμματα που μας κυβερνάνε σήμερα είναι μια πλήρης μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας. Που είναι η τήρηση των νόμων στην καθημερινή μας ζωή, η ανθρωπιά και το φιλότιμο; Αντ’ αυτών βουτάμε ένα καδρόνι και θέλουμε να φάμε τον άλλον άνθρωπο ζωντανό.
Κάποτε ο Μπρεχτ είχε πει για το κάψιμο των βιβλίων στη ναζιστική Γερμανία, πως εκεί που καίνε βιβλία μια μέρα θα καίνε ανθρώπους. Θα παρατηρήσω πώς και στη χώρα μας κάτι τέτοιο ισχύει με το όχι και τόσο αθώο έθιμο του κάψιμου των σχολικών βιβλίων από τους μαθητές στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που φτάσαμε σε αυτήν την κατάντια.
Θέλετε να δείτε σε ποιό στάδιο βρισκόμαστε σήμερα ως Έλληνες; Δείτε αυτό και θα καταλάβετε. Ακόμα εκεί είμαστε. Απλώς πιο διακριτικά και συγκαλυμμένα. Ακόμα ένα είναι το χελιδόνι και η άνοιξη δεν έχει ‘ρθει.
Δεν έχω λόγια να περιγράψω τη απέραντη στεναχώρια μου για τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή με αυτόν τον τρόπο. Πιστεύω ότι πήγαν στη δουλειά τους γιατί δεν είχαν και άλλη επιλογή. Σίγουρα θα τους τρομοκράτησαν ότι θα τους απόλυαν αν δεν προσέρχονταν στην εργασία τους και απεργούσαν. Ειδικά η έγκυος γυναίκα με όλην αυτήν τη κρίση και την τρομοκρατία των ΜΜΕ. Είμαι σίγουρος ότι και αυτοί θα ήθελαν να απεργήσουν, γιατί να μην το κάνουν;
Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας και ειλικρινά ζητώ συγνώμη από τις οικογένειες των ανθρώπων που κάηκαν σήμερα.

 



10 χρόνια μετά, εύχομαι κάποια στιγμή να αρχίσουμε να πετάμε τις ταμπέλες μας ή τουλάχιστον να βλέπουμε πίσω από αυτές. Τον άνθρωπο. Τον γείτονά μας, τον περαστικό που θα του πούμε μια καλημέρα, τον υπάλληλο πίσω από τον γκισέ που κάνει τα δικά του όνειρα καθώς μας περιμένει να βρούμε την ταυτότητά μας και να πάμε παρακάτω.